Λαμόγιο...
Η
λέξη "λαμόγιο" σημαίνει εξαπατώ κάποιον (συχνά και εξαφανίζομαι) ή δεν
εμφανίζομαι, δεν πηγαίνω κάπου, ενώ είχα συμφωνήσει να πάω.
Π.χ. "Είπαμε στον Βαγγέλη να έρθει στον γάμο αλλά εκείνος την έκανε λαμόγιo".
Η λέξη είναι αβέβαιου ετύμου και πιθανολογείται ότι προέρχεται από την ισπανική έκφραση "la moya" που σημαίνει "η τάδε".
Αβέβαιη είναι η ετυμολογική προέλευση τού μάχομαι, απ' όπου η λ. μάχη. Από άλλους συνδέεται με το μάχ-αιρα και από άλλους με το μήχ-αρ, μηχ-ανή, οπότε αρχική σημασία τού μάχομαι θα
ήταν αντιστοίχως «χτυπώ με μαχαίρι» ή «μηχανεύομαι (πώς θα επιβληθώ
στον αντίπαλο)». Σημειώνεται ότι από το λατινικό battuere «χτυπώ,
πλήττω» προήλθαν τόσο το γαλλ. battaille όσο και το αγγλ. battle, ενώ
στην ίδια ρίζα ανάγονται το γαλλ. και αγγλ. combat, ακόμη και το
περίφημο debate «η συζήτηση» (αρχική σημασία: «διαπληκτίζομαι,
ανταλλάσσω χτυπήματα με τον αντίπαλο», που διαφέρει ριζικά από τα
αντίστοιχα ελληνικά συν-ζήτηση και διά-λογος).
πηγη. το βήμα.
«Η λέξη τζιτζιφιόγκος δεν είναι τουρκικής, αλλά ιταλικής προέλευσης. Προέρχεται από τη φράση: gioco di fuoco (τζόκο ντι φουόκο)
που σημαίνει “παιχνίδια με φωτιά”, και αναφέρεται σε πυροτεχνήματα
διαφόρων ειδών που χρησιμοποιούσαν κατά κόρον στην αναγεννησιακή Ιταλία
για να διασκεδάζουν κατά τη διάρκεια των γιορτών. Η λέξη αυτή απαντάται
και στα μαλτέζικα, όπου γράφεται gigifoku και προφέρεται τζιτζιφόκου, σχεδόν όπως και στα ελληνικά, δηλαδή.
Στα ελληνικά, η λέξη τζιτζιφιόγκος σημαίνει κάποιον που
κάνει σαματά μεγάλο χωρίς να αξίζει τίποτα, κάποιον που είναι καλός μόνο
για τα πανηγύρια, ό,τι ακριβώς είναι οι ιταλικοί “τζιτζιφιόγκοι” [...].
Τι θα πει “ωραίος φιόγκος”, δηλαδή;
Ο «ανάπηρος» προέρχεται από το «πηρός». Πηρός
είναι ο «βεβλαμμένος κατά μέλος τι του σώματός του». Το «πηρός» προέρχεται
από το «πήμα (-τος)», που προέρχεται από το απαρέμφατο «πάσχειν» του
ρήματος πάσχω (=πάθημα, δυστύχημα, συμφορά, όλεθρος, καταστροφή).
Βέβαια, η ετυμολογία μιας λέξης δε συμβαδίζει πάντα με την τρέχουσα
σημασία της. Έτσι και ο πραγματικός ανάπηρος της εποχής μας δεν
ταυτίζεται κατ' ανάγκη με τον ανάπηρο των εποχών στις οποίες αναφέρεται ο
Σταματάκος (μέχρι το 1000 μ.Χ.). Υποθέτω ότι ένας ανάπηρος στις μέρες
μας βιώνει το πήμα του ως όλεθρο, καταστροφή ή πρόκληση, ανάλογα με τον
ψυχισμό, τη γνωστική αντίληψη της πραγματικότητας, την κουλτούρα, τις
οικονομικές δυνατότητές του, το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον
του.
(Βλ. Ι. Δ. Σταματάκου (1949). Λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Αθήνα: εκδ. Π. Δημητράκου Α.Ε..)